Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

Έρχονται πιο αυστηρές κυρώσεις για τον εργασιακό εκφοβισμό

 Την ενίσχυση του νομικού οπλοστασίου για την αντιμετώπιση του εργασιακού εκφοβισμού γνωστού ως mobbing, επιχειρεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, με οδηγία της προς τα κράτη - μέλη, την ίδια ώρα που η ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει συνεχώς νέα υποθέσεις

Μερικές ημέρες μετά τις καταγγελίες της Σοφίας Μπεκατώρου, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε οδηγία για την ενσωμάτωση από τα κράτη -μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, της Σύμβασης 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την βία και την παρενόχληση στο χώρο εργασίας. Στόχος, όπως αναφέρεται, είναι “η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τις ευκαιρίες στην αγορά εργασίας και τη μεταχείριση στην εργασία, καθώς και τη θέσπιση μέτρων για τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης”.

Μεταξύ άλλων, η σύμβαση:

- προστατεύει τους εργαζομένους και άλλα άτομα στον κόσμο της εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων όπως ορίζονται από την εθνική νομοθεσία και πρακτική, καθώς και τα εργαζόμενα άτομα ανεξάρτητα από το συμβατικό καθεστώς τους, τα άτομα που παρακολουθούν κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων, τους εργαζομένους των οποίων η απασχόληση έχει λήξει, τους εθελοντές, τα άτομα που αναζητούν εργασία και τους αιτούντες εργασία και τα άτομα που ασκούν την εξουσία, τα καθήκοντα ή τις ευθύνες εργοδότη (άρθρο 2).

 

Ωστόσο, ήδη, η ελληνική Δικαιοσύνη έχει ασχοληθεί με το ζήτημα του mobbing όπως προκύπτει από την Διάταξη υπ’ αριθμ. 315/2020 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών της Πάτρας. Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, με το οποίο απορρίπτεται ως αστήρικτη έγκληση εργαζόμενης, mobbing είναι η “κάθε καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται με λόγια, πράξεις, γραπτά μηνύματα και μπορεί να ζημιώσει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα του ατόμου, να θέσει σε κίνδυνο την εργασία του ή να διαταράξει το εργασιακό κλίμα”.

Μάλιστα, σύμφωνα με το νέο Ποινικό Κώδικα ισχύει το άρθρο 312 παρ. 1, 4 ΠΚ για τη σωματική βλάβη αδυνάμων ατόμων. Στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται πως “όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 (σωματική βλάβη) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β) για την πράξη του άρθρου 309 (επικίνδυνη σωματική βλάβη) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) για την πράξη του άρθρου 310 (βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη), με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με κάθειρξη και δ) για την πράξη του άρθρου 311 (θανατηφόρα βλάβη) με κάθειρξη”.

Κατά την παράγραφο 4, “με την πρόκληση σωματικής βλάβης εξομοιώνεται και η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση σε βάρος των προσώπων της πρώτης παραγράφου».

Σύμφωνα δε με την Αιτιολογική Έκθεση του Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), αρχικά τροποποιήθηκε ο τίτλος του άρθρου, “ώστε να αποσαφηνιστεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει πλέον όλες τις πράξεις σωματικής βλάβης που στρέφονται κατά αδύναμων ατόμων, εφόσον βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας”.

Μάλιστα, κατά την εισαγγελική διάταξη το θύμα του εργασιακού εκφοβισμού έχει στη διάθεση του αρκετά νομικά όπλα, και συγκεκριμένα:

1) Να αξιώσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον,

2) Να αξιώσει την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και αποζημίωση για οποιαδήποτε τυχόν θετική (υλική) ζημία υπέστη,

3) Να θεωρήσει την συμπεριφορά που υφίσταται ως «μονομερή βλαπτική μεταβολή» (δηλαδή εξαναγκασμό σε παραίτηση) και συνακόλουθα να αξιώσει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, όπως ακριβώς θα είχε δικαίωμα να πράξει αν είχε χωρήσει καταγγελία της σύμβασης εργασίας,

4) Να ασκήσει αγωγή για αποζημίωση εργαζομένου σε περίπτωση πρόκλησης εργατικού ατυχήματος ή επέλευσης επαγγελματικής νόσου,

5) Να προβεί σε αναφορά στην Επιθεώρηση Εργασίας και

6) Να υποβάλει μήνυση για παραβίαση της αρχής ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού (Ν.4443/2016, άρ.82Α ΠΚ), καθώς και για κατά περίπτωση επιμέρους στοιχειοθετούμενα αδικήματα του ποινικού κώδικα, όπως η εξύβριση (361 ΠΚ), η συκοφαντική δυσφήμιση (363 ΠΚ), η εκβίαση (385 ΠΚ) κλπ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: